Η ΤΟΠΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ

Η ιδιαίτερη μορφολογία του εδάφους του Ρουμλουκιού και ο λιτός, αλλά και αυτάρκης βίος των κατοίκων του, έδωσαν τη δική τους σφραγίδα στην ενδυμασία τους. Χαρακτηριστικό της ενδυμασίας τους η χρήση ντόπιων προς ύφανση υλικών. Αυτό όμως δεν την έκανε να στερηθεί της καλαισθησίας, αφού οι ντόπιοι ραφτάδες τη στόλιζαν με πλούσια σε ποικιλία και σχέδια κεντήματα. Η Αγγελική Χατζημιχάλη τη χαρακτηρίζει σε μια από τις σημαντικότερες φορεσιές του ελλαδικού χώρου. Επίσης ξεχωρίζει κυρίως ως προς τον σαγιά από τα άλλα μακεδονικά χωριά.

Η γυναικεία λοιπόν ρουμλουκιώτικη φορεσιά είναι ιδιόρρυθμη και είναι πολλά τα κομμάτια της. Από αυτά ο επενδύτης (το πουκάμισο), ο σαγιάς, τα επιμανίκια (μπρουμάνικα), το ζωνάρι με τις ασημένιες πούλιες που θυμίζει αρχαίο θώρακα, έχουν σαφώς πολύ παλιά παράδοση. Κύριο όμως και χαρακτηριστικό γνώρισμα της στολής είναι ο κεφαλόδεσμος, το γνωστό κατσούλι.

Η γυναικεία φορεσιά αποτελείται λοιπόν από τη χοντρή μάλλινη φανέλα, το καταστάρι, ένα χοντρό ή λεπτότερο μπαμπακερό πουκάμισο, την τραχηλιά, τον μακρύ επενδύτη, τον σαγιά, το κοντογούνι( κοντόσι), τα πρόσθετα μανίκια, τα μπρουμάνικα, το ζουνάρι, την ποδιά (φούτα), τις κάλτσες( τα σκουφούνια), τα παπούτσια( οι κουντούρες, γεμενιά ή μπουτίνια), τον κεφαλόδεσμο (κατσούλι) και τα διάφορα κοσμήματα( στολισιά).

Το καταστάρι

Το καταστάρι, το φορούν πρώτα πρώτα κατάσαρκα και είναι πλεκτό με καλτσοβελόνες ή υφασμένο στον αργαλειό. Συχνά όμως φορούσαν και αγοραστές με ραβδώσεις από διάφορα χρώματα που τα άφηναν να φαίνονται από τον αγκώνα του χεριού και το στήθος.

Το πουκάμισο

Ακολουθούσε το πουκάμισο που ήταν βαμβακερό. Τα παλιότερα πουκάμισα είχαν  το ίδιο περίπου γενικό σχήμα με τα σημερινά. Το ύφασμα για το πουκάμισο το λένε οβγιαστό ή κιμπάρικο. Οβγιαστό γιατί έχει ραβδώσεις, όβγιες(ούγιες), και κιμπάρικο επειδή είναι πλούσιο, αρχοντικό και λεπτά υφασμένο[1]. Το κόψιμο των σημερινών πουκάμισων είναι απλό και αποτελείται από εφτά κομμάτια ύφασμα. Το κεντρικό το λένε κορμό ή μπροστάρι, ενώ το πίσω κομμάτι, ράχη. Στο επάνω μέρος του κορμού γίνεται ένα άνοιγμα για την τραχηλιά και κάθετα ράβονται τα μανίκια. Αριστερά και δεξιά ράβονται οι λόξες, τα λαγκιόλια, δύο σε κάθε μεριά για να πλαταίνει προς τα κάτω το πουκάμισο. Πολλές φορές όταν τα λαγκιόλια είναι κοντά, μπαίνει κάτω από τη μασχάλη, και σε κάθε λαγκιόλι, ένα τετράγωνο κομμάτι ύφασμα[2]. Ήταν επίσης απλούστατα κεντημένα με ωραία γεωμετρικά κεντήματα σε πρωτότυπα κα χαρακτηριστικά σχέδια. Τα δε μανίκια στο τελείωμά τους έχουν ένα λεπτό στριφτό κεντηματάκι. Όλα τα κεντήματα ήταν μετρητά, συνήθως με σταυροβελονιά ή ίση βελονιά. Εκεί, όμως, που χρειάζεται να μεταχειριστούν χρυσονήματα κάνουν τη λοξή βελονιά. Το κέντημα γίνεται στο γύρω του πουκάμισου με ύψος 0,25 μ. από τον ποδόγυρο προς τα πάνω. Τον τρόπο τοποθέτησης των κεντημάτων αυτών το βρίσκουμε και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως στην Αττική, τα Δωδεκάνησα, τη Μάνη και σε άλλα μακεδονικά χωριά. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι στο ρουμλουκιώτικο πουκάμισο το κέντημα περιορίζεται στο πίσω μέρος, και αυτό γιατί το μπροστινό μέρος το σκεπάζει η ποδιά, η φούτα.

Η τραχηλιά

Στο στήθος μπροστά δεν υπάρχει κέντημα και ο λόγος είναι ότι εκεί μπαίνει ένα τετράγωνο ύφασμα, η τραχηλιά. Το ύφασμά του είναι εξαιρετικής ποιότητας από καλό οβγιαστό ή και κιμπάρικο με μετάξι. Την τραχηλιά την τελειώνουν με ελαφρύ κέντημα, ενώ οι πιο καλές έχουν κέντημα υφαντό στον αργαλειό με σταυρουδάκια. Άλλες πάλι είναι κεντημένες με χρυσόνημα που πιάνει όλη την επιφάνειά της.

Οι γυναίκες που είναι μεγάλες στην ηλικία ή είναι παντρεμένες και έχουν παιδιά, πρόσεχαν να κλείνουν την τραχηλιά ώστε να μη φαίνεται η χρωματιστή φανέλα. Η τραχηλιά δεν έχει πάντα το ίδιο σχήμα.

Πάνω από το πουκάμισο και την τραχηλιά στην καθημερινή φορεσιά φορούν τον σαγιά, ενώ στη νυφιάτικη το αντιρί.

Το αντιρί

Το αντιρί στο Ρουμλούκι θεωρείται δείγμα πολυτέλειας και το φορούν μόνο οι νύφες και οι νιόπαντρες για τρεις με τέσσερεις μήνες μετά το γάμο τους. Ήταν το προαιρετικό δώρο του γαμπρού στη νύφη. Οι πιο πλούσιες είχαν και δεύτερο που συνήθως το δώριζε ο νονός για τη στεφάνωση. Το χρώμα του είναι γαλάζιο, μαβί, κίτρινο ή μαύρο. Μοιάζει με στόφα και συχνά είναι στολισμένο με κλαδιά ή μαύρα λουλουδάκια. Όλο μαζί φαίνεται σαν ελαφρύ πάπλωμα, αντιρίμπαμπακωτό(εικ.2).Για να γίνει το αντιρί χρειάζεται 2 1/2 πήχεις ύφασμα διπλόφαρδο και τα περισσότερα γίνονται χωρίς μανίκια.

. Αντιρίμπαμπακωτό

Από Γ. Μελίκης, τα λαογραφικά της Μελίκης-μελετήματα, Μελίκη 1987, σελ.82, εικ.3

Ο σαγιάς

Στην καθημερινή και γιορτινή φορεσιά οι γυναίκες φορούσαν τον σαγιά, με το ιδιόρρυθμο σχήμα και φυσικά ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της. Για την ονομασία του τρεις γλώσσες διεκδικούν την πατρότητα, όμως γεγονός είναι ότι η ταπεινή αυτή λέξη έχει μεγάλο γεωγραφικό πλάτος και ανάλογο ιστορικό βάθος. Οι τρεις γλώσσες που διεκδικούν την ονομασία του είναι η τουρκική, η ελληνική και η λατινική. Παραθέτουμε εδώ σημεία από τις τρεις αυτές εκδοχές:

Ο σαγιάς είναι το καμάρι της Ρουμλουκιώτισσας. Γίνεται από υφαντό μπαμπακερό ύφασμα, σε άσπρο ή λουλακίσιο χρώμα. Είναι ανοιχτός από μπροστά και τα μανίκια του φτάνουν μέχρι τον αγκώνα. Το πάνω του μέρος, αυτό που  φτάνει μέχρι τη μέση εφαρμόζει καλά και έχει ημικυκλικό άνοιγμα για να φαίνεται η τραχηλιά. Ο γύρος του ανοίγματος τελειώνει με μια λουρίδα από καλύτερο ύφασμα, που σχηματίζει το γιακά. Κάτω από τη μέση και στη δεξιά μεριά υπάρχει μια μεγάλη τσέπη, η μπουζουνάρα, η οποία χρησιμεύει για να βάζουν το απαραίτητο ασημομάχαιρο. Από τη μέση και κάτω ο σαγιάς έχει τρεις λόξες. Οι δυο μπροστινές σχηματίζουν τις ποδιές ή την ποδιά του σαγιά, που κάθε μια τους είναι στολισμένη με ύφασμα κατηφέ ή μπουχασί, και κεντημένη με κασινάκι ή γαϊτάνια ή αλλιώς κεντησιά της ποδιάς. Τα κεντήματά της γίνονται λοξά μ’ ασημένια γαϊτάνια και τυπικό σχέδιο, τα δάχτλα ή το χρυσό με τα δάχτλα.Οι πιο απλοί έχουν για στολίδι μόνο τα δάχτλα, εφτά όλα κι όλα, οι πλούσιοι πέντε μεγαλύτερα, οι ακόμη πλουσιότεροι πρόσθεταν ένα τριγωνικό κόσμημα (εικ.3.), το λουλούδι και οι πλουσιότεροι απ’ όλους κέντημα που αποτελούνταν από τρία μέρη: τα δάχτλα, τις κλούτσες και το λουλούδι[3]. Τις ποδιές τις αναποδογυρίζουν, τις ανασκουμπώνουν στη μέση και τις στηρίζουν πίσω και κάτω από το ζωνάρι έτσι που να σχηματίζονται δυο τρίγωνα κεντημένα. Αυτές είναι οι διαφορές στους λουλακίσιους σαγιάδες. Παρόμοιες διαφορές έχουμε και στους άσπρους σαγιάδες που έχουν κεντήματα στις ποδιές τους . τους σαγιάδες αυτούς τους φορούσαν οι νέες και οι νιόπαντρες και είναι οι γιορτινοί. Αυτοί ήταν κεντημένοι με κασινάκι και χρωματιστά νήματα, ενώ οι πιο καλοί είχαν και χρυσά κλαριά. Οι νέες κοπέλες κατέβαζαν τις ποδιές του σαγιά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις π.χ όταν έκαναν βαριές δουλειές ή όταν πήγαιναν στην εκκλησία. Στο γάμο της, η κάθε γυναίκα, κατέβαζε και αυτή την ποδιά ως ένδειξη σεμνότητας.

Το ζουνάρι ή ζ’ νάρι

Το ζουνάρι ήταν ολόμαλλο, γαλάζιο σκούρο και έσφιγγαν μ’ αυτό το σαγιά στη μέση, ταχτοποιώντας παράλληλα και τις ποδιές του. Τα μάκρος του ήταν 2,20 και το φάρδος του 0,27μ., χωρίζονταν σε καθημερινό και γιορτινό και το τύλιγαν σφιχτά για να δείχνουν λυγερές. Το σημείο του ζωναριού που φαινόταν ήταν κεντημένο με μικρά πολύχρωμα σχέδια, τα ξόμπλια ή πλουμίδια. Κάθε τέσσερα δάχτυλα κεντούσαν το καγκέλι και ανάμεσά τους έκαναν τα σταυρούδια ή σφραΐστερα. Το καλό ζωνάρι, το πουλένιο, έχει κεντημένες άσπρες πούλιες τη μια κοντά στην άλλη, έτσι ώστε να σχηματίζει μια μεταλλική επιφάνεια, σαν λεπιδωτός θώρακας. Το κέντημα με τις πούλιες χωρίζεται με το καγκέλι και ο λόγος είναι για να γίνεται πιο ευλύγιστη η ζώνη. Το είδος αυτό των ζωναριών δεν το συναντάμε σε καμιά άλλη ελληνική φορεσιά[4]. Το στερεώνουν με μεγάλες καρφίτσες, τα κομποβέλονα και μ’ ένα είδος πόρπης, τον τοκά. Μπροστά από το ζωνάρι και στη μέση ακριβώς τοποθετούσαν ένα χρωματιστό μεταξωτό μαντήλι. Η δε προέλευση του ζωναριού μας πηγαίνει στην αρχαιότητα, εφόσον ο Όμηρος αναφέρει ότι οι ζώνες των αντρών ήταν κατασκευασμένες από αργυρά ή χάλκινα ελάσματα για να προστατεύουν το υπογάστριο.

Το κοντόσι

Αφού τοποθετούσαν το ζωνάρι και τις ποδιές του σαγιά έβαζαν το κοντόσι, το κοντογέλεκο με τα μανίκια, που σκέπαζε όλο το πάνω μέρος του σαγιά και έφτανε μέχρι το ζωνάρι. Το ύφασμα του καθημερινού ήταν υφαντό χοντρό ενώ του γιορτινού και αυτό υφασμένο στον αργαλειό, αλλά από διαλεχτό μαλλί. Και τα δύο εσωτερικά ήταν ντυμένα με τομάρι προβάτου, άσπρο στην πλάτη και καφέ στο στήθος. Τα πιο περιποιημένα είχαν και μακριά γούνα έτσι που να φαίνεται λίγο στις άκρες. Αυτά τα λένε γουνιασμένα, τα κοντόσια με τα μελόγουνα ή τα κοντόσια με τα μοσκοπόντικα(εικ.4.). Είναι και αυτά κεντημένα έτσι που να μοιάζει με το κέντημα της ποδιάς του σαγιά, και στις άκρες του στήθους και των μανικιών είχαν λεπτό κέντημα. Τα κοντόσια που έραβαν κα κεντούσαν οι ραφτάδες δεν τα φορούσαν ποτέ το καλοκαίρι, ούτε τις γιορτές ούτε τις καθημερινές.

Τα μπρουμάνικα

Κάτω από τα μανίκια του κοντοσιού βάζουν τα μπρουμάνικα, τα πρόσθετα μανίκια. Αυτά στο κάτω μέρος τους προς την παλάμη έχουν κόπτσες επειδή είναι πολύ εφαρμοστά. Τα μπρουμάνικα είναι σε χρώμα γαλάζιο σκούρο, γαλάζια, καφίσιο ή μαβί, κεντιούνται με ασημένια γαϊτάνια και δε λείπουν από καμία νύφη. Τα φορούν όλες τις γιορτινές μέρες για να σκεπάσουν τα μπράτσα τους, τα οποία τις καθημερινές τα θέλουν ελεύθερα για τις δουλειές. Το ύφασμά τους είναι μάλλινο ή βαμβακερό, η σεντίνα (από το ευρωπαϊκό ύφασμα σατίν)[5]. Τη συνήθεια αυτή για τα πρόσθετα μανίκια μπορούμε να την αναγάγουμε στους βυζαντινούς χρόνους. Τα προυμάνικα, όπως τα λένε αλλού, τα βρίσκουμε και σε άλλα χωριά της Μακεδονίας και έχουν όπως και στο Ρουμλούκι διακοσμητικό χαρακτήρα. Οι Σαρακατσαναίοι της Λειβαδιάς τη λέξη αυτή την χρησιμοποιούν για την τραχηλιά του στήθους.

Η φούτα

Το ντύσιμο συνεχίζεται με την φούτα(εικ.5.), τη γνωστή ποδιά, που δε λείπει από καμία φορεσιά, και τις καθημερινές και τις γιορτές, με εξαίρεση τη νυφική την ημέρα του γάμου. Δένεται στην κάτω μεριά του ζωναριού με μάλλινο κορδόνι έτσι ώστε να σκεπάζει το μπροστινό μέρος του πουκάμισου. Η ποδιά έχει κεντητά σχέδια στον αργαλειό, τα ξόμπλια σε άσπρο, καμελί, γαλάζιο, κροκί, πράσινο ή καφίσιο χρώμα. Τα ξόμπλια ανάλογα με το σχήμα έχουν και την ονομασία τους. Καγκέλι, νεροφίδα, σταυρούδια, κατσαρά, ψαλίδια, καφτάδες, τσουράκια. Τοποθετούνται κατακόρυφα σε αποστάσεις. Στο πολύ κρύο πάνω απ’ όλα αυτά φορούν το καποτί, το κοντογούνι, είδος πανωφοριού, συνήθως δώρο του γαμπρού, μάλλινο σε γαλάζιο σκούρο χρώμα. Το ύφασμά του το αγόραζαν από τη Βέροια ή από τα βουνίσια χωριά γύρω της.

Σκουφούνια ή σκ’ φούνια

Τις κάλτσες που φορούν τις λένε σκουφούνια(εικ.6.), και είναι μάλλινες με πολύχρωμο οριζόντιο στολισμό. Τα σχέδια κα εδώ έχουν διάφορες ονομασίες.

Τα δε παπούτσια τους, τόσο τ’ αντρικά όσο και τα γυναικεία, τα λένε κουντούρες, και είναι από πετσί και με μικρές μύτες στην άκρη. Έχουν όμως και ψηλότερα, τα μπουτίνια.

Η φορεσιά είναι ίδια για κορίτσια και γυναίκες με μικρές διαφορές. Οι κοπέλες μέχρι τα 15-16 χρόνια τους φορούσαν φορέματα μέχρι έως και κάτω από το γόνατο που ήταν στολισμένα με δαντέλες και κεντήματα στον γιακά, στα μανίκια και στον ποδόγυρο. Μετά φορούσαν τον άσπρο σαγιά, που είχε ποδιές κεντημένες με φυτικό διάκοσμο. Κάτω από το σαγιά φορούσαν το καταστάρι, το πουκάμισο με τα κεντήματα στα μανίκια και την κεντημένη με λουλούδια τραχηλιά. Στη μέση έδεναν το μαύρο ζωνάρι με τα πλουμίδια και από πάνω τη φούτα. Όταν παντρεύονταν φορούσαν το σύνολο της στολής όπως αναφέρθηκε παραπάνω (εικ.7.). Στις δε καθημερινές τους εργασίες φορούσαν τους σαγιάδες χωρίς τις ποδιές και το κοντόσι. Συνήθιζαν αντί για τη φούτα να φορούν πιστιμάλια, δηλαδή ποδιές από βαμβάκι ή λινάρι[6].

Αυτό όμως που  ξεχωρίζει το γυναικείο φύλο είναι ο κεφαλόδεσμος, το γνωστό κατσούλι,

ΤΟ ΚΑΤΣΟΥΛΙ

Οι γυναίκες πρωτοφορούσαν το κατσούλι τους την ημέρα του γάμου τους και δεν το αποχωρίζονταν παρά μόνο σε μεγάλη ηλικία. Όσο, όμως, όμορφο είναι, τόσο δύσκολο είναι το δέσιμό του.

Τα κομάτια που το αποτελούν είναι το κυρίως κατσούλιπου έχει σχήμα αυγοειδές, τρία μαντήλια, δύο άσπρα και ένα μαύρο, τον νταρτμά, που έχει κεντήματα στη μία του γωνία, το τσεμπέρι και το μαφέσι.

Για να δημιουργήσουν το κατσούλι λυγίζουν μια βέργα χλωρή έτσι ώστε να δημιουργηθεί το αυγοειδές σχήμα του και την αφήνουν να ξεραθεί. Βάζουν ενδιάμεσα μαλλί και το ράβουν γύρω από τη βέργα. Κάποτε ανάμεσα έβαζαν και ψωμί για γούρι. Πάνω από το πανί ράβουν μια λουρίδα από μαύρο ύφασμα, το μαγκούρι, το οποίο περνούν κάτω από το σαγόνι για να το στερεώσουν καλύτερα. Η τελική θέση δίνεται μόνο όταν μπαίνει ο νταρτμάς.

Για να το δέσουν κάθονται κάτω, στα τοιχοψάθια, αφού τοποθετήσουν απέναντι έναν καθρέφτη. Τα μαλλιά στο πλάι είναι με αφέλειες ενώ στο πλάι κομμένα κοντά, τα λεγόμενα τζουλούφια, τα οποία κάνουν μπούκλες, παταριές ή στριφτά και φαίνονται κάτω από τα μαντήλια στολίζοντας τα’ αυτιά τους. Τα μαλλιά που βρίσκονται πίσω τα χτενίζουν προς τα μπρος, πλέκοντάς τα κοτσίδα, αφού τοποθετήσουν το κατσούλι στην κορυφή του κεφαλιού. Την κοτσίδα την γυρίζουν γύρω από το κατσούλι για να το στερεώσουν καλύτερα.

Αφού βάλουν το κατσούλι ή κατσούλα ή τσουτσούλα, ρίχνουν τον νταρτμά, ένα τετράγωνο μαντήλι από ντόπιο υφαντό οβγιαστό ύφασμα που έχει στο τελείωμά του άσπρο κεντηματάκι ή αγοραστό σειριτάκι κόκκινο, την κορδέλα. Η δε προέλευση της λέξης νταρτμάς είναι τούρκικη και σημαίνει περισφίγγω. Τον ρίχνουν διαγώνια έτσι ώστε η μία άκρη να πέφτει στον τράχηλο και οι άλλες δύο στα πλάγια. Το μέρος που πέφτει πίσω το λένε περιστέρα κα του δίνουν ιδιαίτερη προσοχή. Όπως καμαρώνουν για το κατσούλι έτσι προσέχουν και καμαρώνουν και για την περιστέρα.

Το τσεμπέρι είναι το δεύτερο μαντήλι που βάζουν, το διπλώνουν στα δύο κα το ράβουν για να μη χάνει το σχήμα του όταν το βάζουν στο κεφάλι. Μ’ αυτό σφίγγουν τον νταρτμά και το κατσούλι και το στερεώνουν καλά. Δένουν τις άκρες του γύρω από το κατσούλι.

Το μαφέσι είναι το τρίτο και εξωτερικό μαντήλι σε σχήμα τετραγώνου από μαύρο ύφασμα. Πριν το βάλουν στο κεφάλι το διπλώνουν στα δύο για να γίνει τριγωνικό. Στη βάση του τριγώνου εσωτερικά βάζουν ένα κομμάτι τσόχα. Το τρίτο αυτό μαντήλι δίνει και την τελειωτική όψη στον κεφαλόδεσμο. Έτσι όπως είναι διπλωμένο το τοποθετούν στο κεφάλι. Παίρνουν με τ’ αριστερό χέρι τη μια άκρη του, τη στριφογυρίζουν στο κεφάλι και ύστερα με το δεξί την άλλη και τις δένουν κόμπο αριστερά πλάγια στη βάση του κατσουλιού, έτσι που να σκεπάζεται ο άσπρος νταρτμάς. Κατόπιν καρφώνουν το μαφέσι με μεγάλες χρωματιστές καρφίτσες ,τα κομποβέλονα.

Ο κεφαλόδεσμος έχει πάρει πια την οριστική του μορφή και σχήμα(εικ.8.).

Έρχεται τώρα η σειρά να ταχτοποιηθούν τα μαλλιά και οι άκρες του νταρτμά. Αρχίζουν πρώτα με τα τζουλούφια που τα στριφογυρίζουν κα χώνουν τις άκρες τους κάτω από το μαφέσι. Παίρνουν κατόπιν τις δύο άκρες του νταρτμά και αφού τις στρίψουν τις καρφώνουν ψηλά στη βάση της κατσούλας. Οι δύο αυτές άκρες ονομάζονται μαγλίκι ή μαγουλίκι.

Μ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται το δέσιμο του κατσουλιού που όχι μόνο στη γενική του μορφή, αλλά και σε πολλές λεπτομέρειες μοιάζει με αρχαίο κράνος. Ιδιαίτερα το κυρίως κατσούλι μας θυμίζει τον κατά μέτωπο φάλο της κορυφής του αρχαίου κράνους[7], που αργότερα ονομάστηκε κώνος κα που πάνω του προσαρμοζόταν ο λόφος.

Το μαγλίκι που άλλες φορές δένεται κάτω από το σαγόνι και άλλες φορές ανασηκώνεται προς τα πάνω, θυμίζει τις δύο κινητές παραγναθίδες που ήταν προσαρμοσμένες στο κράνος για να προστατεύουν τα σαγόνια. Και τέλος η περιστέρα αντιστοιχεί στο περιαυχέναιο του κράνους.

Το κατσούλι σταματούσαν να το φορούν οι γυναίκες μόνον όταν γερνούσαν, γινόντουσαν δηλ. μπάμπες ή όταν πέθαινε ο άντρας τους. Αυτές που το βγάζανε φορούσαν δύο μαφέσια σκούρα. Το πρώτο το σφιχτοδένανε στο κεφάλι και το δεύτερο το τοποθετούσαν όπως όλες οι γυναίκες στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι το κατσούλι που φορούσε η νύφη και για ακόμη 3-4 μήνες μετά τον γάμο. Το συγκεκριμένο είχε και άλλα κομμάτια. Αυτά είναι οι φούντες, τοχρυσοτσέμπερο, τα πολλά λουλούδια και η στολισιά, τα κοσμήματα.

Οι φούντες χωρίς αμφιβολία αντικαθιστούν τον τρίχινο λόφο του αρχαίου κράνους.

Σ’ ένα κομμάτι ύφασμα σχήματος τριγώνου είναι ραμμένες σφιχτά μια σειρά από δεκαεφτά  περίπου φούντες. Η κάθε μια έχει μάκρος 10 εκ. και είναι από μετάξι, το νατουράλι. Λέγονται δε μονές ή διπλές ανάλογα με το πάχος τους. Το χρώμα τους είναι συνήθως μαύρο, πράσινο, σκούρο γαλάζιο, καφίσιο. Είναι ραμμένες τόσο σφιχτά ώστε αποτελούν θύσσανο.

Για τον στολισμό του κεφαλόδεσμου χρειάζονται ένα ζευγάρι φούντες που τις βάζουν πάνω στο κατσούλι. Αυτή η τοποθέτηση δεν είναι ίδια σε όλα τα χωριά του Ρουμλουκιού. Σε κάποια χωριά τις τοποθετούν ψηλότερα και σε άλλα χαμηλότερα. Η τοποθέτηση γίνεται ως εξής: το ένα κομμάτι μπαίνει κατά μήκος του κατσουλιού, πλαγίως, διαγράφοντας έτσι το σχήμα του, όπως «η ίππουρις επί του φάλου». Το άλλο τοποθετείται κατά πρόσωπο. Τις φούντες τις στερεώνουν στο κατσούλι με κομποβέλονα. Όταν μπαίνουν οι φούντες ο κεφαλόδεσμος μοιάζει με την ίππουριν, εφόσον θυμίζει τα στολισμένα κράνη. Όμως, θυμίζει και την κόμμωση των γυναικών στην Αρχαία Ρώμη που πρόσθεταν τρίχες στα μαλλιά τους και τα έδεναν το σχήμα του κράνους[8].

Το χρυσοτσέμπερο είναι ένα κομμάτι τσόχα, χρυσοποίκιλτη και το μάκρος του είναι 0,36μ., ενώ το πλάτος του 0,08μ. Το τοποθετούν μπροστά στο μαφέσι σαν επιπρόσθετο γείσο. Τα κεντούν με το χρυσογάΐτανο, κάνοντας την κληματαριά (σχέδιο κεντήματος), και οι πλούσιες ράβουν και φλουριά, τους μαμουντιέδες. Ακόμη, το κατσούλι της νύφης στολίζεται και με λουλούδια μεγάλα, σε χρωματιστά χρώματα. Ανάμεσά τους βάζουν τις καρφίτσες με τα παγωνόφτερα, και ένα είδος καρφίτσας με λουλουδάκια που τρέμουν, τις τριμτάνες. Πάνω απ’ όλα αυτά η νύφη κρεμάει χρυσές ή ασημένιες κλωστές που φτάνουν μέχρι τη μέση της, τα ξάφιαή τις λιτριές. Πολλές φορές το χρυσοτσέμπερο έχει κέντημα ίδιο με το πουκάμισο.

Η σκέπη τέλος είναι το απαραίτητο στοιχείο για το γάμο. Είναι ένα τούλινο πέπλο, με το οποίο σκεπάζει η νύφη το κεφάλι της. Πριν χρόνια η σκέπη ήταν κόκκινη, αλλά αργότερα αντικαταστάθηκε από την άσπρη. Για να συμπληρωθεί το νυφοστόλι κρεμάει στη μέση, στο ζωνάρι της, μεταξωτά μαντήλια, δώρα συγγενών και φίλων.

Η ενδυμασία συμπληρώνεται με τη στολισιά, τα κοσμήματα.